σής

-ητός, ὁ, ΝΑ
(λόγ. τ.) λεπιδόπτερο έντομο, ο σκόρος (α. «οὐ σὴν οὐδὲ κὶς δάπτει», Πίνδ.
β. «ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει», ΚΔ)
αρχ.
1. ειρων. σχολαστικός γραμματικός τής Αλεξανδρινής εποχής
2. (κατά τον Ησύχ.) «σκώληξ ὁ ἐν τοῑς μελισσ(ε)ίοις γιγνόμενος».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. αβέβαιης ετυμολ. που εμφανίζει επίθημα -ής κατά τα σιγμόληκτα επίθετα (πρβλ. σαφ-ής). Έχουν προταθεί διάφορες συνδέσεις τής λ., όπως με το απαρμφ. ψῆν «ξύνω» ή με το ρ. σίνομαι* «βλάπτω» και το λατ. tinea «σκόρος». Κατ' άλλους, ίσως πρόκειται για σημιτικό δάνειο, πρβλ. ακκαδ. sāsu, εβρ. sās «σκόρος», αρμ. cec «σκουλήκι», αν δεν πρόκειται για συμπτωματική αντιστοιχία στην σημ. και την μορφή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σής — moth masc nom sg σής moth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σῆς — σέω pres ind act 2nd sg (doric) σέω imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) σής moth masc acc pl (attic epic doric) σής moth masc nom/voc pl (doric aeolic) σός thy fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σῇς — σέω pres subj act 2nd sg σός thy fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεός — σής moth masc gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητί — σής moth masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητῶν — σής moth masc gen pl σητάω fret pres part act masc voc sg σητάω fret pres part act neut nom/voc/acc sg σητάω fret pres part act masc nom sg (attic epic ionic) σητάω fret pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητός — σής moth masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοῖν — σής moth masc gen/dat dual (attic epic doric) σός thy masc/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοῦς — σής moth masc gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σᾶ — σής moth masc acc sg (doric aeolic) σῶς safe and sound neut nom/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.